To παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του περιοδικού ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ. Για να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στα υπόλοιπα περιεχόμενα του περιοδικού επικοινωνήστε μαζί μας τηλεφωνικά ή μέσω email
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Περιοδικό: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Τεύχος: 155, Ιανουάριος 2019
Έκδοση: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Ενότητα: ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ, σ. 5
Επόμενο: Π. Γιώτης, Σύντομος σχολιασμός και παρουσίαση εγκυκλίων και διοικητικών αποφάσεων
<b>Π. Γιώτης</b>, Σύντομος σχολιασμός και παρουσίαση εγκυκλίων και διοικητικών αποφάσεων
Μεγαλύτερη γραμματοσειρά Μικρότερη γραμματοσειρά Εκτύπωση άρθρου

Ν. Σγουρινάκης, Αποτίμηση (επιμέτρηση) αποθεμάτων

Νίκος Σγουρινάκης, Λογιστής - Φοροτεχνικός

Η απογραφή των αποθεμάτων είναι μία σημαντική διαδικασία / εργασία του λογιστηρίου, υπό την έννοια ότι μέσω αυτής, διαμορφώνονται, σε ιδιαίτερο βαθμό, τόσο τα λογιστικά, όσο και τα φορολογικά αποτελέσματα της επιχείρησης. Η αξία του τελικού αποθέματος χρήσης, παίζει ιδιαίτερο και καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό του αποτελέσματος της χρήσης, σε συνδυασμό, ασφαλώς και με όλες τις λοιπές παραμέτρους. Η μετάβαση από το ΕΓΛΣ στα ΕΛΠ (2015), δεν έχει μεταβάλει την παραπάνω επισήμανση. Εξάλλου, η Λογιστική, διέπεται από κανόνες και αρχές που ελάχιστα μπορεί να επηρεαστούν, τόσο από το φορολογικό πλαίσιο, όσο και από νομοθετικές διατάξεις γενικού ενδιαφέροντος.

Ως γνωστό, τα αποθέματα καταχωρίζονται στα βιβλία της επιχείρησης, αρχικώς, στο κόστος κτήσης τους. Το κόστος κτήσης των αποθεμάτων περιλαμβάνει και το σύνολο των δαπανών που απαιτούνται για να φθάσουν αυτά στην παρούσα θέση, λειτουργική ετοιμότητα και κατάστασή τους. Η αρχή αυτή είναι συνιστά έναν από τους βασικούς κανόνες της Λογιστικής και εξ αυτού του λόγου, έχει διαχρονική ισχύ (βλέπε και το ΕΓΛ Σχέδιο). Περαιτέρω, αν έχουμε βιοτεχνική ή βιομηχανική οντότητα, το κόστος παραγωγής προϊόντος ή υπηρεσίας, προσδιορίζεται με μία από τις γενικά αποδεκτές μεθόδους κοστολόγησης (πχ μέθοδος των ισοδύναμων μονάδων, ή της εξατομικευμένης παραγωγής κ.λπ.) και περιλαμβάνει:

α) Το κόστος των πρώτων υλών, αναλώσιμων υλικών, άμεσης εργασίας και άλλο κόστος που σχετίζεται άμεσα με το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία και

β) Μια εύλογη αναλογία σταθερών και μεταβλητών εξόδων που σχετίζονται εμμέσως μεν, αλλά με θετική συσχέτιση, με το εν λόγω προϊόν, στον βαθμό που τα έξοδα αυτά καταγράφοντα κατά την περίοδο παραγωγής του.

Ορθώς, επισημαίνεται στον νόμο (ΕΛΠ, Ν 4308/2014 ), ότι τόσο το κόστος διάθεσης των τελικών αγαθών, όσο και τα έξοδα διοίκησης της οντότητας, δεν επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής. Το ίδιο ισχύει και για τα χρηματοοικονομικά έξοδα (τόκοι δανείων, χρηματοδοτήσεων) που η οντότητα υποχρεώνεται να καταβάλει προκειμένου να διατηρήσει επίπεδο επαρκούς ρευστότητας. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση, εισάγεται για πρώτη φορά (2015) στην λογιστική πρακτική, η περίπτωση κατά την οποία, «όταν απαιτείται σημαντική περίοδος χρόνου για να καταστούν τα αποθέματα έτοιμα για την προοριζόμενη χρήση ή πώλησή τους, το κόστος των αποθεμάτων μπορεί να επιβαρύνεται με τόκους εντόκων υποχρεώσεων, κατά το μέρος που οι τόκοι αυτοί αναλογούν στα εν λόγω αποθέματα και για την προαναφερθείσα περίοδο». Η άποψή μας είναι πάντως, ότι αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην επιβαρύνεται η τελική τιμή των προϊόντων ή των υπηρεσιών, δηλαδή, εν κατακλείδι, ο τελικός καταναλωτής.

Στη συνέχεια, τα αποθέματα επιμετρώνται (αποτιμώνται) στην κατʼ είδος χαμηλότερη αξία μεταξύ κόστους κτήσης και καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας. Υπενθυμίζεται ότι αυτό ίσχυε και με τις προηγούμενες διατάξεις τόσο του ΚΒΣ (ΠΔ 186/92 ), όσο και του ΚΦΑΣ (Ν 4093/2012), με την διαφορά ότι η σύγκριση του κόστους κτήσης γινόταν με την τρέχουσα τιμή και μετέπειτα με την καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία. Καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του Ν 4308/2014 , είναι η εκτιμώμενη τιμή διάθεσης ενός περιουσιακού στοιχείου, κατά την κανονική πορεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας, μειωμένη κατά το τυχόν κόστος που απαιτείται για την ολοκλήρωσή του και για την πραγματοποίησης της διάθεσής του.

Σε κάθε περίπτωση, για τον προσδιορισμό του κόστους κτήσης του τελικού αποθέματος, ακολουθείται η παρακάτω σειρά:

α) Εφαρμόζεται η μέθοδος αποτίμησης: Η FIFO («Πρώτο Εισαχθέν - Πρώτο Εξαχθέν»), ή η μέθοδος του μέσου σταθμικού όρου ή άλλη τεκμηριωμένα γενικά αποδεκτή μέθοδος. Η χρήση της, αντίθετης της FIFO, μεθόδου LIFO, (το τελευταίο εισαχθέν - είναι πρώτο εξαχθέν), δεν επιτρέπεται να επιλέγεται. Υπογραμμίζεται ότι η αναφορά σε πρώτο εισαχθέν και πρώτο εξαχθέν νοείται ως προς την τιμή και όχι ως προς την φυσική του κατάσταση.

β) Η ίδια μέθοδος πρέπει να χρησιμοποιείται για όλα τα αποθέματα που έχουν παρόμοια φύση και χρήση από την οντότητα. Για αποθέματα με διαφορετική φύση ή χρήση διαφορετικές μέθοδοι μπορεί να δικαιολογούνται.

γ) Το κόστος των αποθεμάτων, τα οποία δεν είναι συνήθως αντικαταστατά, καθώς και των αγαθών ή υπηρεσιών που παράγονται και προορίζονται για ειδικά έργα, προσδιορίζεται με την μέθοδο του εξατομικευμένου κόστους.

Σημειώνεται ότι εξατομικευμένο κόστος είναι αυτό που με συγκεκριμένη διαδικασία προσδιορίζεται για ένα έργο, ή ένα προϊόν σημαντικού μεγέθους και ιδιαίτερης αξίας (πχ ενός ακινήτου).

Παραδείγματα προσδιορισμού αξίας τελικού αποθέματος:

(α) Μέσος Σταθμικός Όρος:

Είδος Α (Αποθήκη, Εισαγωγή)

Αρχικό απόθεμα 200 χ 15,00 = 3.000,00

o Αγορά 300 χ 16,00 = 4.800,00

o Αγορά 500 χ 14,00 = 7.000,00

o Αγορά 250 χ 17,00 = 4.250,00

Σύνολα 1.250 19.050,00

Μ.Σ.Ο.= 200 χ 15,00 + 300 χ 16,00 + 500 χ 14,00 + 250 χ 17,00 / 200 + 300 + 500 + 250
= 19.050,00 / 1.250 = 15,24 ευρώ

Αν η καθαρή ρευστοποιήσιμη τιμή είναι 16,50 ευρώ, η αποτίμηση θα γίνει στην χαμηλότερη τιμή μεταξύ αυτής και του ΜΣΟ, ήτοι την: 15,24 ευρώ.

Περαιτέρω, στην απογραφή διαπιστώνεται ότι το απόθεμα του εμπορεύματος Α είναι: 550 μονάδες. Συνεπώς: Αξία τελικού αποθέματος => 550 χ 15,24 = 8.382,00 ευρώ.

(β) Μέθοδος της σειράς εξάντλησης (F.I.F.O.) First In First Out = το πρώτο εισερχόμενο είναι και πρώτο εξερχόμενο (ως προς την τιμή εισαγωγής στην αποθήκη).

Έστω ότι στο παραπάνω παράδειγμα, οι μονάδες που εξήχθησαν (πωλήθηκαν) από την αποθήκη είναι 700. Ως προς την τιμή εισαγωγής τους, εξαντλούνται από την αρχή (200 χ 15,00 και 300 χ 16,00 και 200 χ 14,00), συνεπώς το τελικό απόθεμα της απογραφής των 550 μονάδων, έχει απομείνει από: 300 χ 14,00 και 250 χ 17,00 = 8.450,00 ευρώ. Αυτή είναι η αξία του τελικού αποθέματος, δεδομένου ότι η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι σαφώς μεγαλύτερη. Ακολουθεί ο υπολογισμός του κόστους των πωληθέντων και ο προσδιορισμός του μικτού αποτελέσματος.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΟΣΤΟΥΣ ΠΩΛΗΘΕΝΤΩΝ
ΚΑΙ ΜΙΚΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

Αρχικό απόθεμα (απογραφή αποθεμάτων της 31/12 της προηγούμενης λογιστικής χρήσης)

+ Αγορές αποθεμάτων της κλειόμενης χρήσης (- εκπτώσεις, επιστροφές, απώλειες)

- Τελικό απόθεμα (απογραφή της 31/12 της κλειόμενης χρήσης)

= Κόστος (αξία απόκτησης) πωληθέντων

Αξία πωλήσεων αποθεμάτων (- εκπτώσεις, επιστροφές)

- Κόστος πωληθέντων

= Μικτό αποτέλεσμα

Ρητά αναφέρεται στον νόμο ότι στην περίπτωση, κατά την οποία οι αγορές αναλώσιμων υλικών δεν είναι σημαντικές για το μέγεθος της επιχείρησης και της παραγωγής, μπορούν να αντιμετωπίζονται ευθέως, ως έξοδα της περιόδου.

Ολόθερμες ευχές από όλη την επιστημονική ομάδα για Καλή και Αποδοτική Χρονιά!

 

Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.